ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΘ. ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗΣ

ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ-ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ

ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ Α’ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ

 

Ορίζοντας τον αλκοολισμό:

Ο ακριβής ορισμός του αλκοολισμού συζητιέται ακόμα. Υπάρχει, συνήθως, συμφωνία όταν η εξάρτηση είναι σοβαρή και τα περισσότερα στοιχεία του συνδρόμου της εξάρτησης από την αλκοόλη είναι φανερά. Αλλά δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή για το πότε ο μεγάλος πότης γίνεται αλκοολικός.

Η εξάρτηση από την αλκοόλη δεν είναι έιναι ένα απόλυτο φαινόμενο χωρίς διαβαθμίσεις, αλλά, όπως η κώφωση ή η παχυσαρκία, συναντιέται σε διάφορους βαθμούς.

Ο αλκοολικός αυξάνει την ποσότητα πού πίνει από χρόνο σε χρόνο. Το γεγονός ότι πίνει πολύ συχνά, έχει δυσάρεστες ψυχολογικές, κοινωνικές και σωματικές συνέπειες, όπως οικογενειακούς καυγάδες, ατυχήματα ή προβλήματα στη δουλειά του. Επίσης πίνει συχνά για να χαλαρώσει και να ξεχάσει τις έγνοιες του.

Η αλκοόλη και η ψυχική διάθεση:

Παρόλο που το ποτό μπορεί να προωθήσει ευχάριστα συναισθήματα για λίγες ώρες, η μακρόχρονη κατανάλωση οδηγεί πάντα σε μια βαθμιαία επιδείνωση της ψυχικής διάθεσης. Το άτομο που πίνει πολύ θα αρχίσει να νιώθει περισσότερη κατάθλιψη και ευερεθιστότητα.

Πολλοί αλκοολικοί δεν αποδίδουν αυτά τα αισθήματα στη δράση της αλκοόλης κι αν δεν αποκαλύψουν το γεγονός ότι πίνουν, ο γιατρός τους μπορεί να περιπλέξει τα προβλήματα δίνοντάς τους ηρεμιστικά φάρμακα, που προσθέτονται στη δράση της αλκοόλης και οξύνουν την κατάθλιψη.

Πολλά κοινωνικά και επαγγελματικά προβλήματα καθώς και προβλήματα γάμου προκαλούνται από την αντιανασταλτική δράση που έχει η αλκοόλη.

Υπάρχει η κοινή άποψη ότι το αλκοόλ δρα σαν αφροδισιακό στην πραγματικότητα όμως πολλοί αλκοολικοί πάσχουν από ανικανότητα. Η ξαφνική απώλεια μνήμης η αλκοολική ψευδαισθήτωση, το τρομώδες παραλήρημα και οι κρίσεις αποστέρησης είναι όλες πολύ δυσάρεστες συνέπειες του ποτού σε μεγάλη ποσότητα. Ο αλκοολικός μπορεί να βρίσκει αδύνατο να θυμηθεί τι ακριβώς έκανε την προηγούμενη νύχτα παρ΄ όλο που είχε τις αισθήσεις του ή και ήταν ιδιαίτερα ζωηρός.

Το τρομώδες παραλήρημα είναι μια ακραία έκφραση του συνδρόμου αποστέρησης απ΄ την αλκοόλη, που αναπτύσσεται μετά από λίγες μέρες αποχής. Οι κρίσεις αποστέρησης είναι επίσης ακραίες μορφές του συνδρόμου αποχής, που μπορεί να παρουσιαστούν μετά από 24 ώρες χωρίς ποτό. Η κατάθλιψη και η αυτοκτονία είναι τόσο κοινές μεταξύ αλκοολικών, όσο σχεδόν και στους ανθρώπους, που πάσχουν απ΄ την καθαρή μορφή της κατάθλιψης,. Σε μερικές περιπτώσεις, η κατάθλιψη μπορεί να είναι η αιτία που οδηγεί στο ποτό, σε άλλες, όμως περιπτώσεις, μπορεί, να είναι το αποτέλεσμα της βαριάς χρήσης της αλκοόλης και το άτομο ανακουφίζεται με την αποχή απ΄ το ποτό.

Η αλκοόλη και το σώμα

Υπάρχουν σήμερα αρκετές ενδείξεις, ότι η κατανάλωση 5, 10 ή περισσότερων μπουκαλιών μπύρας ή η ανάλογη ποσότητα κρασιού και οινοπνευματωδών την ημέρα αυξάνει τον κίνδυνο της κίρρωσης του ήπατος. Το 80% των ανθρώπων που πίνουν 10 ή περισσότερα μπουκάλια μπύρας την ημέρα έχουν την πιθανότητα να αρρωστήσουν από κάποια πάθηση του συκωτιού. Οι περισσότεροι από 20% των αλκοολικών είναι ελκοπαθείς.Ο αλκοολικός που εξαρτάται σοβαρά από το πιοτό κινδυνεύει να υποστεί εγκεφαλική βλάβη και ελάττωση των νοητικών ικανοτήτων, κυρίως της μνήμης και της ικανότητας για μάθηση. Η σύγχυση αυτή, ονομάζεται σύνδρομο του Κόρσακωφ.

Υπάρχουν ενδείξεις, ότι η έγκυος που πίνει πολύ προκαλεί σωματικές βλάβες στο αγέννητο παιδί της. Το παιδί μπορεί να πάσχει από μέτρια ή ελαφρά καθυστέρηση, να έχει ένα αφύσικα μικρό κεφάλι, συγγενή καρδιοπάθεια ή άλλες συγγενείς ανωμαλίες. Έτσι, η αλκοόλη, μπορεί να προκαλέσει μεγάλες νοητικές και σωματικές βλάβες, όταν καταναλώνεται σε υπερβολικές ποσότητες. Ακόμη, αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου και εγκεφαλικής βλάβης καθώς και κίνδυνο ατυχημάτων, δηλητηρίασης και πράξεων βίας.

Κοινωνικά προβλήματα

Η μέθη σε δημόσιο χώρο διώκεται δικαστικά, γιατί ο μεθυσμένος δεν έχει αναστολές και είναι, συχνά, ενοχλητικός και επιθετικός. Η αλκοόλη βρίσκεται στο επίκεντρο πολλών εγκληματικών ενεργιών βίας,. Η ιδέα πως η αλκοόλη απελευθερώνει τον άνθρωπο απο τις αναστολές ισχύει και για την επιθετική σεξουαλική συμπεριφορά .

Εκτός απ’ τα υπερβολικά έξοδα, που πληρώνει η κοινωνία και το κόστος στην υγεία του ιδιου του πότη, οι άνθρωποι που βρίσκονται στο άμεσο περιβάλλον του αλκοολικού έχουν καμία φορά να αντιμετωπίσουν σχεδόν αβάστακτες εμπειρίες.

Ένα οικογενειακό πρόβλημα

Οι περισσότερες οικογένειες με έναν αλκοολικό πρόκειται να υποφέρουν αφού απαλειφθεί το πρόβλημα του πιοτού, και στο άμεσο μέλλον αλλά και πολλά χρόνια μετά.

Έχει βρεθεί ότι οι γυναίκες των αλκοολικών είναι, γενικά, πιο διαταραγμένες από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Πιστεύεται, ακόμα, ευρύτατα ότι τα παιδιά των αλκοολικών διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο να γίνουν και τα ίδια αλκοολικά. Έχει υπολογιστεί ότι 25-50% των αλκοολικών είχαν ένα γονιό ή ένα στενό συγγενή αλκοολικό και ότι τα παιδιά αλκοολικών γονιών έχουν τη διπλάσια πιθανότητα να γίνουν τα ίδια αλκοολικά από τα παίδια, που δεν έχουν αλκοολικούς γονείς. Ενώ μέχρι τώρα θεωρούσαμε, ότι αυτή η οικογενειακή τάση οφείλεται αποκλειστικά στην περιβαλλοντική κατάσταση, υπάρχουν ενδείξεις, ότι συντρέχει κάποιος κληρονομικός παράγοντας.

Οι οικογένειες με κάποιον αλκοολικό (συνήθως τον πατέρα) υφίστανται βία, αντιμετωπίζουν διάλυση της οικογενειακής συνοχής, μεγάλη και διαρκή ένταση και δυσκολίες στις κοινωνικές συναλλαγές.

Αλκοόλη και ατυχήματα

Η τοξίκωση από την αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει την ατρόμητη και παράτολμη συμπεριφορά, που συντελεί στην επιτυχία ενός πάρτι, αλλά μπορεί, να έχει τραγικές συνέπειες, καταλήγοντας σε αυτοκινητιστικά, βιομηχανικά και οικιακά ατυχήματα.

ΓΕΝΙΚΑ

O αλκοολισμός είναι πολυπαραγοντική νόσος, η οποία περιλαμβάνει δύο φάσεις: Κατά την διάρκεια της πρώτης φάσης υπάρχει κατάχρηση αλκοόλ, το οποίο χρησιμοποιείται ως αγχολυτικό από τον πότη.
Εάν η χρήση δεν διακοπεί, το άτομο περνάει στην δεύτερη φάση του αλκοολισμού που χαρακτηρίζεται από εθισμό και εξάρτηση. Όταν το άτομο ευρίσκεται σε φάση εθισμού και εξάρτησης, παρουσιάζει σύνδρομο στέρησης επί διακοπής ή μείωσης του αλκοόλ και αντοχή σε μικρές δόσεις. Η κατάχρηση αλκοόλ προκαλεί βλάβες στο συκώτι, στον εγκέφαλο και την καρδιά. 

Στον αλκοολισμό σημαντικό ρόλο έχουν γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. 

1. Περιστασιακή κατάχρηση αλκοόλ και οξεία μέθη Σε οξεία χρήση, επίπεδα αλκοόλ πάνω από 50 mg/dl, προκαλούν ευφορία, μείωση αντανακλαστικών, υπνηλία, καταστολή του ΚΝΣ, επιβάρυνση του ήπατος, καθώς και αλλοίωση της συμπεριφοράς. Τα επίπεδα του αλκοόλ στο αίμα μετά από πόση, εξαρτώνται από το βάρος του ατόμου, το είδος του ποτού και ποικίλους άλλους μεταβολικούς παράγοντες. Ένα  ποτηράκι κρασί, το οποίο έχει 10-11% αλκοόλ μπορεί να ανεβάσει τα επίπεδα του αίματος από 20 έως πάνω από 50 mg/dl. Η οξεία δηλητηρίαση με μέθη χαρακτηρίζεται με ζάλη, αταξία, ναυτία και εμετό, καθώς προκύπτει σε επίπεδα πάνω από 150 mg/dl, ενώ σε επίπεδα πάνω από 350 mg/dl, αναπνευστική καταστολή, σπασμοί, κώμα και θάνατος απειλούν τον πότη. 

2. Χρόνιος αλκοολισμός Κατά τη συστηματική χρήση αλκοόλ, ορισμένα άτομα είναι πιο ανθεκτικά από άλλα, λόγω ποικίλων γενετικών παραγόντων. Υπάρχει συσχέτιση των διαφορών που παρατηρούνται στην ευαισθησία με πολυμορφισμούς γονιδίων που κωδικοποιούν τον παράγοντα νέκρωσης όγκων Α και το κυτόχρωμα P450 2E1. Οι γυναίκες, οι παχύσαρκοι και οι ηλικιωμένοι έχουν μικρότερη αντοχή στο αλκοόλ. 

Οι ευεργετικές επιδράσεις του αλκοόλ, είναι σημαντικές σε μικρές ποσότητες. Συγκεκριμένα, βάσει μελετών, τα άτομα που κάνουν συνετή χρήση αλκοόλ, προσβάλλονται λιγότερο από καρδιαγγειακά νοσήματα και ζουν περισσότερο. Εάν σας αρέσει το αλκοόλ και θέλετε να είστε απόλυτα ασφαλής, καλό είναι να μην πίνετε πάνω από τρεις φορές την εβδομάδα και πάνω από δύο ποτήρια τη φορά χαμηλής, σχετικώς περιεκτικότητας σε αλκοόλη, όπως η μπύρα ή κρασί. Για τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους τα όρια ασφαλείας είναι τα μισά από τα προαναφερόμενα. Σύμφωνα με μελέτες οι κίνδυνοι από το κρασί είναι μικρότεροι συγκριτικά με άλλα είδη ποτών. 

Η τοξική δράση του αλκοόλ, στην περίπτωση του χρόνιου αλκοολισμού, που χαρακτηρίζεται από χρόνια συστηματική κατάχρηση, αφορά πολλά οργανικά συστήματα. Προκαλείται λειτουργική επιβάρυνση, φλεγμονή, παρεγχυματική νέκρωση και κίρρωση του ήπατος. 

Το αλκοόλ είναι η δεύτερη μετά τον καπνό ευρέως χρησιμοποιούμενη καρκινογόνος ουσία και συνδέεται με την ανάπτυξη καρκίνων του γαστρεντερικού συστήματος, της κεφαλής, του μαστού και του τραχήλου. Στειρότητα, ανδρική ανικανότητα, απώλεια libido, γυναικομαστία, αιμορραγίες, ίκτερος, ασκίτης, οιδήματα, αλκοολική εγκεφαλοπάθεια, αλκοολική μυοκαρδιοπάθεια, είναι παθολογικά προβλήματα που προκαλεί το αλκοόλ.  

Το σύνδρομο στέρησης, εμφανίζεται σε εξαρτημένα από το αλκοόλ άτομα και κυμαίνεται από ήπιο έως εξαιρετικά σοβαρό. Ξεκινά εντός οκτώ περίπου ωρών από την κατανάλωση του τελευταίου ποτού και εκδηλώνεται με κατάθλιψη, άγχος, εκνευρισμό, συναισθηματική αστάθεια και τρόμο. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις εμφανίζονται τρομώδες παραλήρημα, σπασμοί ή επιληπτικές κρίσεις. Γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις μπορεί να εμφανιστούν εντός 24-72 ωρών. 

Το τρομώδες παραλήρημα συνήθως εκδηλώνεται εντός 24-72 ωρών, αλλά μπορεί να παρατηρηθεί έως και 7-10 ημέρες αργότερα. Αποτελεί μία οξεία οργανική ψύχωση με σύγχυση, τρόμο, ψευδαισθήσεις, νευρικότητα, εφίδρωση, αφυδάτωση, διαταραχές ηλεκτρολυτών, επιληψία και καρδιαγγειακά προβλήματα.  

Με ειδικές εξετάσεις που γίνονται κατά την ιατρική παθολογική εξέταση διαπιστώνεται εάν η ποσότητα του αλκοόλ που καταναλώνει συστηματικά ένα συγκεκριμένο άτομο, είναι επικίνδυνη για τον οργανισμό του. 

Σύμφωνα με μελέτες το 10% περίπου του πληθυσμού είναι προβληματικοί πότες, με οργανικές βλάβες ή δυσλειτουργίες από το αλκοόλ, γεγονός που αναδεικνύεται μόνο κατά την ιατρική παθολογική εξέταση (χωρίς οι συνέπειες της κατάχρησης να είναι αντιληπτές από τον εξεταζόμενο). 

Σήμερα υπάρχουν φάρμακα και συμπληρώματα, που αμβλύνουν τις βλαπτικές επιδράσεις του αλκοόλ. Τα φάρμακα αυτά πρέπει να χορηγούνται πρώιμα, πριν την εγκατάσταση οργανικής βλάβης και συνδρόμου εξάρτησης. 

Η κινητοποίηση της δύναμης της θέλησης και η προσωπική ενεργοποίηση είναι απαραίτητη, όταν επιχειρείται διακοπή του αλκοόλ ή δραστική μείωση από το συστηματικό πότη. Η ιατρική χρησιμοποιεί σήμερα ειδικά φάρμακα απεξάρτησης, για να βοηθήσει τον αλκοολικό προς αυτή την κατεύθυνση. 

Πως γίνεται κανείς αλκοολικός; Γεννιέται με την προδιάθεση ή τον σπρώχνουν στο πιοτό τα βάσανα της ζωής; Η Ψυχιατρική έχει πολλά να πει σχετικά με την εξάρτηση από το αλκοόλ. Πολλοί παράγοντες έχουν επιπτώσεις στην απόφαση να αρχίσει κάποιος να πίνει, στην ανάπτυξη των προσωρινών προβλημάτων με το αλκοόλ στα εφηβικά έτη και στη δεκαετία των 20 ετών, και στην ανάπτυξη τελικά της εξάρτησης από το αλκοόλ. 

Η έναρξη της κατανάλωσης οινοπνεύματος εξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος από κοινωνικούς, θρησκευτικούς, και ψυχολογικούς παράγοντες, αν και τα γενετικά χαρακτηριστικά φαίνεται επίσης ότι συμβάλουν. Αλλά οι παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση να συνεχίσει κανείς να πίνει μέχρι το στάδιο της εξάρτησης από το αλκοόλ είναι μάλλον διαφορετικοί. 

Μια παρόμοια αλληλεπίδραση μεταξύ των γενετικών και περιβαλλοντικών επιρροών συμβάλλει σε πολλές άλλες ιατρικές και ψυχιατρικές παθήσεις, και επομένως, μια ανασκόπηση αυτών των παραγόντων στον αλκοολισμό, προσφέρει ικανές πληροφορίες για τις σύνθετες γενετικές διαταραχές συνολικά. Τα κυρίαρχα ή υπολειπόμενα γονίδια, αν και σημαντικά, εξηγούν μόνο σχετικά σπάνιες καταστάσεις. Οι περισσότερες διαταραχές έχουν κάποιο επίπεδο γενετικής προδιάθεσης που αφορά συνήθως μια σειρά διαφορετικών γενετικά επηρεασμένων χαρακτηριστικών, κάθε ένα από τα οποία αυξάνει ή μειώνει τον κίνδυνο για κάποια διαταραχή. Είναι πιθανό ότι μια σειρά γενετικών επιρροών εξηγεί περίπου 60% του ποσοστού του κινδύνου για τον αλκοολισμό, με το περιβάλλον υπεύθυνο για το υπόλοιπο 40% της διαφοράς.

Γιατί πίνουμε;

Ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι πίνουν υπερβολικά είναι ένα πρόβλημα τόσο σύνθετο όσο και ο χαρακτήρας τους ή το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται. Οι συνήθειες, οι παραδόσεις, η διάθεση και το σχετικό κόστος παίζουν σημαντικό ρόλο στην κατάχρηση αλκοόλ και την ευαισθησία – γενετική και όχι μόνο – των αλκοολικών. Συν τοις άλλοις άνθρωποι που πάσχουν από κατάθλιψη βρίσκουν καταφύγιο στο μεθυστικό συναίσθημα του αλκοόλ που τους προσφέρει γαλήνη, συντροφικότητα και αισθήματα ευφορίας. 

Πολλοί ειδικοί φοβούνται ότι με την προσκόλληση στα αυστηρά όρια της ασθένειας, οι άνθρωποι που πίνουν δεν προβληματίζονται παρά μόνο όταν αποκτήσουν σοβαρή εξάρτηση. Ο αλκοολισμός δεν οφείλεται μόνο σε κληρονομικούς παράγοντες. Ωστόσο οι επιστήμονες προσπαθούν να αποδείξουν ότι τα γονίδια μπορεί να ευθύνονται για τον αλκοολισμό. Αυτό βέβαια που κληρονομείται στον αλκοολισμό δεν είναι η ασθένεια αλλά κάποια προδιάθεση.

Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι αλκοολικών. Για να αποκτήσει κανείς εξάρτηση από το αλκοόλ, χρειάζεται συνδυασμός συμπτωμάτων. Το πιο καθοριστικό είναι η λαχτάρα να πιει. Υπάρχουν άτομα που πίνουν επειδή έχουν κατάθλιψη και το ποτό τους κάνει να αισθάνονται καλύτερα όπως προαναφέραμε. Οι τολμηροί πίνουν για να νιώσουν «ανεβασμένοι». Κάποιοι υποστηρίζουν την άποψη ότι το πιοτό τους κάνει να συμπεριφέρονται πιο φυσιολογικά, και πράγματι μπορεί να αντιδρούν καλύτερα όταν είναι μεθυσμένοι. Τέλος άλλοι πίνουν για να νιώσουν διαφορετικά.

Ψυχολογικές θεωρίες περί εξάρτησης

Ποικίλες θεωρίες συσχετίζουν τη χρήση του αλκοόλ σαν αντίμετρο για να μειώσει την ένταση και το άγχος, να αυξήσει τα υποκειμενικά συναισθήματα δύναμης, και να μειώσει τον ψυχολογικό πόνο. Ίσως το μέγιστο ενδιαφέρον έχει αποδοθεί στην παρατήρηση ότι οι αλκοολικοί συχνά αναφέρουν ότι το οινόπνευμα μειώνει τα συναισθήματα νευρικότητάς τους και ότι τους βοηθά να αντιμετωπίσουν τις καθημερινές πιέσεις της ζωής και να χαλαρώσουν. Οι ψυχολογικές θεωρίες στηρίζονται, εν μέρει, στην παρατήρηση μεταξύ των μη αλκοολικών ανθρώπων, ότι η χρήση χαμηλών δόσεων αλκοόλ σε μια τεταμένη κοινωνική κατάσταση ή μετά από μια δύσκολη ημέρα, μπορεί να συνδεθεί με ένα ενισχυμένο συναίσθημα ευημερίας και μια βελτιωμένη ευκολία των κοινωνικών σχέσεων.

Σε υψηλές δόσεις εντούτοις, ειδικά όταν πέφτει το επίπεδο του αλκοόλ στο αίμα, η ένταση των μυών και τα ψυχολογικά συναισθήματα της νευρικότητας και της ταραχής αυξάνονται. Κατά συνέπεια, τα χαλαρωτικά αποτελέσματα του αλκοόλ, μπορεί να ασκούν επίδραση σε μικρές ή το πολύ μέτριες δόσεις στους περιστασιακούς πότες ή να ανακουφίζουν από τα συμπτώματα στέρησης τους εξαρτημένους αλκοολικούς πότες, αλλά πάντως διαδραματίζουν έναν δευτερεύοντα ρόλο στην πρόκληση, στην αιτιολογία δηλαδή του αλκοολισμού. Οι θεωρίες ότι η δυνατότητα του αλκοόλ να ενισχύει τα συναισθήματα της ύπαρξης ισχυρής και σεξουαλικά ελκυστικής εικόνας του εαυτού και να μειώνει τα αποτελέσματα του ψυχολογικού πόνου είναι δύσκολο να αξιολογηθούν οριστικά.

Ψυχοδυναμικές θεωρίες περί εξάρτησης

Ίσως σχετική με την άρση των αναστολών ή τη μείωση του άγχους που προκαλούν οι χαμηλότερες δόσεις του αλκοόλ, να είναι η υπόθεση ότι μερικοί άνθρωποι χρησιμοποιούν το αλκοόλ σαν φάρμακο για να τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν τα αυτό-τιμωρούμενο σκληρό Υπερεγώ τους και για να μειώσουν τα ασυνείδητα (υπό την ψυχαναλυτική έννοια) επίπεδα εσωτερικής σύγκρουσής τους. Επίσης, η κλασική ψυχαναλυτική θεωρία υποθέτει ότι τουλάχιστον μερικοί αλκοολικοί μπορεί να έχουν καθηλωθεί στο στοματικό στάδιο ψυχο-σεξουαλικής ανάπτυξης και χρησιμοποιούν το αλκοόλ για να ανακουφίσουν τις απογοητεύσεις τους, παίρνοντας την ουσία από το στόμα. Οι υποθέσεις σχετικά με καθηλωμένες φάσεις ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, αν και χρήσιμες, είχαν μικρό αποτέλεσμα στις συνηθισμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις απεξάρτησης του αλκοολισμού και δεν είναι η εστίαση της τρέχουσας εκτενούς κλινικής έρευνας.

Ομοίως, οι περισσότερες μελέτες δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσουν μια «εθιστική προσωπικότητα» παρούσα στους περισσότερους αλκοολικούς και δεν έχουν συνδέσει κάποια ροπή στην έλλειψη ελέγχου της λήψης ενός ευρέος φάσματος ουσιών και τροφίμων. Αν και παθολογικά αποτελέσματα στις δοκιμές προσωπικότητας ευρίσκονται συχνά κατά τη διάρκεια της μέθης, της απεξάρτησης από το αλκοόλ και της πρώιμης αποκατάστασης, πολλά από αυτά τα παθολογικά χαρακτηριστικά δεν βρίσκονται να προηγούνται χρονικά του αλκοολισμού, τα περισσότερα δε, εξαφανίζονται με την αποχή!

Ομοίως, μελέτες των παιδιών των αλκοολικών που οι ίδιοι δεν έχουν καμία άλλη συνυπάρχουσα διαταραχή, τεκμηριώνουν συνήθως τους υψηλούς κινδύνους των τέκνων κυρίως για αλκοολισμό. Όπως θα περιγραφεί παρακάτω, μια μερική εξαίρεση σε αυτά τα σχόλια εμφανίζεται με τα ακραία επίπεδα παρορμητικότητας που φαίνονται στα 15% έως 20% των αλκοολικών με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας, επειδή αυτοί έχουν υψηλούς κινδύνους για εγκληματικότητα, βία και πολλαπλές εξαρτήσεις ουσιών.


Συμπεριφοριστικές θεωρίες περί εξάρτησης

Οι προσδοκίες για τα αποτελέσματα ανταμοιβής (rewarding effects) του ποτού, η γνωστική στάση απέναντι στην ευθύνη για τη συμπεριφορά κάποιου και η συνεπαγόμενη ενίσχυση μετά από την κατανάλωση αλκοόλ, όλες συμβάλλουν στην απόφαση των ατόμων να πιούν πάλι μετά από την πρώτη εμπειρία με το αλκοόλ και να συνεχίζουν το ποτό, παρά τα προβλήματα υγείας. Αυτά τα ζητήματα είναι σημαντικά στις προσπάθειες να τροποποιηθούν οι συμπεριφορές κατανάλωσης αλκοόλ στο γενικό πληθυσμό, και συμβάλλουν σε μερικές σημαντικές πτυχές της απεξάρτησης.

Κοινωνικο – πολιτιστικές θεωρίες περί εξάρτησης

Οι κοινωνικοπολιτιστικές θεωρίες είναι συχνά βασισμένες σε προεκτάσεις παρατηρήσεων από τις κοινωνικές ομάδες που έχουν υψηλά και χαμηλά ποσοστά αλκοολισμού. Οι θεωρητικοί υποθέτουν ότι εθνικές ομάδες, όπως οι Εβραίοι, που εισάγουν τα παιδιά στα μέτρια επίπεδα κατανάλωσης αλκοόλ σε μια οικογενειακή ατμόσφαιρα και αποφεύγουν τη μέθη, έχουν τα χαμηλά ποσοστά αλκοολισμού. Μερικές άλλες ομάδες, όπως οι Ιρλανδοί άτομα ή μερικές αμερικανικές ινδικές φυλές με υψηλά ποσοστά αποχής αλλά μιας παράδοσης κατανάλωσης στο σημείο της μέθης, θεωρούνται ότι έχουν υψηλά ποσοστά αλκοολισμού. Αυτές οι θεωρίες, εντούτοις, εξαρτώνται συχνά από στερεότυπα που τείνουν να είναι λανθασμένα, και οι προεξέχουσες εξαιρέσεις σε αυτούς τους κανόνες υπάρχουν. Παραδείγματος χάριν, μερικές θεωρίες βασισμένες στις παρατηρήσεις των Ιρλανδών και των Γάλλων, έχουν προβλέψει εσφαλμένα υψηλά ποσοστά αλκοολισμού μεταξύ των Ιταλών.

Ακόμα, περιβαλλοντικά γεγονότα, πιθανώς συμπεριλαμβανομένων των πολιτιστικών παραγόντων, ευθύνονται για τουλάχιστον 40% του κινδύνου αλκοολισμού. Κατά συνέπεια, αν και αυτοί είναι δύσκολο να μελετηθούν, είναι πιθανό ότι η πολιτιστική στάση απέναντι στην κατανάλωση αλκοόλ, στη μέθη, και στην προσωπική ευθύνη για τις σχετικές συνέπειες, είναι σημαντικοί συνεισφέροντες παράγοντες στα ποσοστά προβλημάτων αλκοολισμού σε μια κοινωνία. Σε τελική ανάλυση, οι κοινωνικές και ψυχολογικές θεωρίες είναι πιθανώς ιδιαίτερα συσχετιζόμενες μεταξύ τους, επειδή περιγράφουν τους παράγοντες που συμβάλλουν στην αρχή της κατανάλωσης, της ανάπτυξης των προσωρινών προβλημάτων με το αλκοόλ, και ακόμη και του αλκοολισμού. Το πρόβλημα είναι πώς να συγκεντρώσει κάποιος, οριστικά στοιχεία για να υποστηρίξει ή να αντικρούσει αυτές τις θεωρίες.

Ορισμός του Αλκοολισμού

Ο Αλκοολισμός είναι μια πρωτογενής και χρόνια ασθένεια, της οποίας η εξέλιξη και οι εκδηλώσεις επηρεάζονται από γενετικούς, ψυχο-κοινωνικούς και περιβαλλοντολογικούς παράγοντες. Η εν λόγω ασθένεια είναι συχνά προϊούσα και θανατηφόρα. Χαρακτηρίζεται, σε συνεχή ή περιοδική βάση, από: μειωμένη ικανότητα ελέγχου χρήσης της ουσίας, έντονη και συνεχή πνευματική ενασχόληση με το «ναρκωτικό» αλκοόλ, τη χρήση αλκοόλ παρόλες τις δυσμενείς συνέπειες, όπως επίσης διαστρεβλωμένο τρόπο σκέψης και ιδιαίτερα άρνηση.

Ο χαρακτηρισμός «πρωτογενής» αναφέρεται στη φύση του αλκοολισμού ως μια νοσολογική οντότητα, ώστε να διαχωριστεί περαιτέρω από άλλες παθοφυσιολογικές καταστάσεις που πιθανόν να συνδέονται με αυτήν. Ο όρος «πρωτογενής» υπονοεί ότι ο αλκοολισμός, ως μια μορφή εξάρτησης, δεν είναι το σύμπτωμα μιας υποκείμενης νοσηρής κατάστασης.

Ασθένεια είναι μια μη ηθελημένη αναπηρία. Αντιπροσωπεύει το σύνολο των παθολογικών φαινομένων που εκδηλώνονται από μια ομάδα ατόμων. Τα φαινόμενα αυτά συνδέονται με μια καθορισμένη σειρά χαρακτηριστικών που κάνουν τα άτομα αυτά να διαφέρουν από τους υπόλοιπους ανθρώπους και τα οποία τους θέτουν σε μειονεκτική θέση.

«Προϊούσα» και «θανατηφόρα» συχνά σημαίνει ότι η ασθένεια επιμένει στο χρόνο και ότι οι σωματικές, συναισθηματικές και κοινωνικές αλλαγές έχουν συχνά αθροιστικό χαρακτήρα και πιθανόν να αναπτυχθούν περαιτέρω όσο συνεχίζεται η κατανάλωση αλκοόλ. Ο αλκοολισμός οδηγεί σε πρώιμο θάνατο από λήψη υπερβολικής δόσης οινοπνεύματος, από οργανικές επιπλοκές που σχετίζονται με τον εγκέφαλο, το ήπαρ, την καρδιά και πολλά άλλα όργανα, όπως επίσης μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκτονία, την ανθρωποκτονία, αυτοκινητιστικά δυστυχήματα και άλλα τραυματικά συμβάντα.

«Μειωμένη ικανότητα ελέγχου» σημαίνει ανικανότητα να περιορίσει κάποιος τη χρήση αλκοόλ ή να περιορίσει, κάθε φορά που πίνει, τη διάρκεια ενός επεισοδίου λήψης του ποτού, τις ποσότητες οινοπνεύματος που καταναλώνει και/ή τις συνέπειες που προκύπτουν από τις διάφορες συμπεριφορές της πόσης.

«Έντονη και συνεχής πνευματική ενασχόληση με τη χρήση αλκοόλ» σημαίνει ότι το άτομο εστιάζει την προσοχή του στο «ναρκωτικό» αλκοόλ, στη ψυχοτρόπο δράση του και στη χρήση του. Ως εκ τούτου, η ανάλογη σπουδαιότητα που αποδίδει το άτομο στην ουσία συχνά το κάνει να διοχετεύει όλη του τη ενέργεια στη χρήση και να παραβλέπει σημαντικές υποχρεώσεις στη ζωή του.

«Δυσμενείς συνέπειες» σημαίνει είτε προβλήματα που έχουν να κάνουν με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ είτε έκπτωση σε τομείς όπως: α) η σωματική υγεία (π.χ. σύνδρομα στέρησης από το αλκοόλ, ασθένειες του ήπατος, γαστρίτιδες, αναιμία, νευρολογικές διαταραχές), β) η ψυχική λειτουργία (π.χ. έκπτωση στο γνωστικό επίπεδο, μεταβολές στη διάθεση και τη συμπεριφορά), γ) οι διαπροσωπικές σχέσεις (π.χ. συζυγικά προβλήματα, κακοποίηση τέκνων, έκπτωση των κοινωνικών σχέσεων και συναναστροφών), δ) η ενασχόληση (π.χ. προβλήματα στις μαθητικές ή εργασιακές επιδόσεις), όπως επίσης και νομικής, οικονομικής και πνευματικής φύσεως προβλήματα.

Η λέξη «άρνηση» χρησιμοποιείται εδώ όχι μόνο με την καθαρά ψυχαναλυτική έννοια ενός και μόνο μηχανισμού άμυνας που αποκηρύσσει την σπουδαιότητα των γεγονότων, αλλά με την ευρύτερη έννοια που περιλαμβάνει και τους ψυχολογικούς μηχανισμούς οι οποίοι στοχεύουν στο να αποτρέψουν να περάσει στο συνειδητό η πραγματικότητα ότι, η χρήση αλκοόλ δεν είναι η λύση, αλλά η αιτία των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το άτομο. Η άρνηση γίνεται ζωτικό κομμάτι της ασθένειας και ένα μείζον εμπόδιο προς τη διαδικασία ανάρρωσης.

ΔΗΛΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ASAM

(Αμερικανική Ιατρική Ένωση για τις Εξαρτήσεις)

Copyright: American Society of Addiction Medicine, Chevy Chase,Maryland

Εγκεκριμένο από NCADD και ASAM 9/76

Αναθεωρημένη 2/90

Αλκοολικό Στερητικό Σύνδρομο

Ένας ασθενής ο οποίος έπινε πολύ και για μεγάλο χρονικό διάστημα και ξαφνικά σταματά να πίνει ή ελαττώνει την πρόσληψη αλκοόλ.

· Μέσα σε λίγες ώρες, μέχρι και ημέρες, από τη στιγμή μου μειώνει την πρόσληψη αλκοόλ, εμφανίζει 2 ή και περισσότερα από τα κάτωθι συμπτώματα:

– Υπερδραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος (εφίδρωση ή ταχυκαρδία)

– αδρό τρόμο των χεριών

– αϋπνία

– ναυτία ή έμετο

– παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις μικρής διάρκειας (οπτικές, απτικές ή ακουστικές)

– ψυχοκινητικό εκνευρισμό

– άγχος

– μείζονες επιληπτικές κρίσεις

· Τα συμπτώματα αυτά προκαλούν κλινικά σημαντική δυσθυμία ή δυσλειτουργία σε εργασιακό, κοινωνικό ή προσωπικό επίπεδο.

· Τα συμπτώματα αυτά δεν οφείλονται σε μια γενική κλινική κατάσταση, ούτε μπορούν να εξηγηθούν πιο αποτελεσματικά από κάποια άλλη ψυχική διαταραχή.

Προσδιορίστε εάν, όσον αφορά στις Αντιληπτικές Διαταραχές, ο ασθενής έχει τροποποιημένες αισθητηριακές αντιλήψεις: ακουστικές, οπτικές, απτικές ή οπτικές παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις με ακέραια εναισθησία.

Αλκοολική Τοξίκωση

Ο ασθενής έχει πιεί πρόσφατα αλκοόλ.

Κατά τη διάρκεια λήψης της ουσίας ή λίγο μετά τη λήψη της, ο ασθενής εμφανίζει σημαντικές συμπεριφορικές και ψυχολογικές αλλαγές που είναι δυσπροσαρμοστικές. Χαρακτηριστικά, μπορεί να παρατηρηθεί άρση της αναστολής των σεξουαλικών και επιθετικών ενορμήσεων, ευμεταβλητότητα στη διάθεση, διαταραχή της κρίσης και δυσλειτουργία σε εργασιακό και κοινωνικό επίπεδο.

Λίγο μετά την κατανάλωση αλκοόλ:

– δυσαρθρική ομιλία

– κινητική αταξία

– έλλειψη σωματικής συνέργειας

– ασταθές βάδισμα

– νυσταγμός

– διαταραχή της προσοχής ή της μνήμης

– λήθαργος ή κώμα

Tα συμπτώματα αυτά δεν οφείλονται σε μια γενική κλινική κατάσταση, ούτε μπορούν να εξηγηθούν πιο αποτελεσματικά από κάποια άλλη ψυχική διαταραχή.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Global Status Report on Alcohol. Geneva: 2004. [Last accessed on 2010 September 20]. World Health Organization (WHO)http://www.who.int/substance_abuse/publications/globalstatusreportalcohol2004_alcconsumpt.pdf .

2. Gururaj G, Girish N, Benegal V. New Delhi: Regional Office for South-East Asia; 2006. Burden and Socio-Economic Impact of Alcohol-Bangalore Study.

3. Ray R. The Extent, Pattern and Trends of Drug Abuse in India: National Survey. Ministry of Social Justice and Empowerment and United Nations Office on Drugs and Crime. 2004

4. WHO Expert Committee Report on Problems Related to Alcohol Consumption. WHO Technical Report Series 944. 2007. [Last accessed on 2010 September 20]. pp. 9–23.http://www.who.int/substance_abuse/expert_committee_alcohol_trs944.pdf .

5. Steinglass P. The impact of alcoholism on the family. Relationship between degree of alcoholism and psychiatric symptomatology. J Stud Alcohol. 1981;42:288–303. [PubMed]

6. Tomori M. Personality characteristics of adolescents with alcoholic parents. Adolescence.1994;29:949–59. [PubMed]

7. Hurcom C, Copello A, Orford J. The family and alcohol: Effects of excessive drinking and conceptualizations of spouses over recent decades. Subst Use Misuse. 2000;35:473–502. [PubMed]

8. Kahler CW, McCrady BS, Epstein EE. Sources of distress among women in treatment with their alcoholic partners. J Subst Abuse Treat. 2003;24:257–65. [PubMed]

9. O’Farrell TJ, Murphy CM, Hutton VV. Verbal aggression among alcoholic patients and their wives in the year before and two year after alcoholism treatment. J Fam Violence. 2000;15:295–300.

10. Gil-González D, Vives-Cases C, Alvarez-Dardet C, Latour-Pérez J. Alcohol and intimate partner violence: Do we have enough information to act? Eur J Public Health. 2006;16:279–85. [PubMed]

11. Halasyamani MK, Davis MM, Bhattacharjee S. Spousal substance use and domestic violence reported by pregnant women in rural south. Indian J Gen Intern Med. 1997;12(Suppl 1):127.

12. Epstein EE, McCrady BS, Hirsch LS. Marital functioning in early versus late-onset alcoholic couples.Alcohol Clin Exp Res. 1997;21:547–56. [PubMed]

13. Halford WK, Osgarby SM. Alcohol abuse in clients presenting with marital problems. J Fam Psychol.1993;6:245–54.